• Ελληνικό κόσμημα, μια ιστορία 6.000 ετών

    Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2020

    Το ελληνικό κόσμημα μετράει 6.000 χρόνια ζωής. Μια ξενάγηση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, οργανωμένη από τον Σύλλογο Αργυροχρυσοχόων Αθηνών, επιβεβαιώνει την εντυπωσιακή αδιάρρηκτη συνέχεια. Ωστόσο, η τέχνη αυτή, που διαθέτει από τα πιο οργανωμένα δίκτυα παραγωγής στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών, χωρίς εκπαίδευση και στήριξη από την πολιτεία, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.

    Είναι από τα λίγα ανθρώπινα δημιουργήματα, τα κοσμήματα, που εκφράζουν τόσο εύγλωττα την αίσθηση της συνέχειας. Περιδέραια, ενώτια, δαχτυλίδια, βραχιόλια, πόρπες, σφηκωτήρες για τα μαλλιά, φυλακτά, της μινωικής και μυκηναϊκής εποχής, των κλασικών, ελληνιστικών χρόνων μοιάζουν σαν να τεχνουργήθηκαν χθες. Αυτή τη γεύση άφησε η χθεσινή ξενάγηση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο που διοργανώθηκε από τον Σύλλογο Αργυροχρυσοχόων Αθηνών όπως και η συζήτηση που ακολούθησε για τις 6.000 χρόνια αδιάλειπτης ιστορίας του ελληνικού κοσμήματος και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο διαθέτει από τις σημαντικότερες στον κόσμο σχετικές συλλογές. Κοσμήματα που κατασκευάστηκαν με σφυρηλάτηση ή χύτευση και διακοσμήθηκαν με πληθώρα τεχνικών, την έκτυπη, τη συρματερή, την εγχάραξη, την κοκκίδωση. Ορισμένες από τις τεχνικές αυτές επιβιώνουν έως σήμερα.

    Δικτυωτό χρυσό κόσμημα κεφαλής με ανάγλυφη προτομή της Αρτεμης. Από τη Θεσσαλία. 3ος αι. π.Χ.

    «Λέγεται ότι ο άνθρωπος φόρεσε κοσμήματα, φτιαγμένα από κοχύλια, πέτρες, κόκαλα, νύχια άγριων ζώων, ξύλα, πριν χτίσει το σπίτι του ή καλλιεργήσει τη γη. Το αρχαιότερο κόσμημα τοποθετείται 80.000 ή 120.000 χρόνια πριν. Φορώντας ένα κόσμημα κατά κάποιο τρόπο ο άνθρωπος έδειχνε ότι είχε επίγνωση της διαφοράς του από τα άλλα όντα, ότι είχε συνείδηση της ύπαρξής του. Το κόσμημα ήταν το φυλαχτό του, το διακριτικό του, δείγμα καταξίωσης, ισχύος», λέει στην «Κ» η Ντόλυ Μπουκογιάννη, αναπληρώτρια γενική γραμματέας του Συλλόγου Αργυροχρυσοχόων Αθηνών.
    «Το επάγγελμα του αργυροχρυσοχόου ήταν από την αρχαιότητα απολύτως προφυλαγμένο και κλειστό – τα εργαστήρια βρίσκονταν μέσα στα παλάτια, για λόγους προστασίας και συγκέντρωσης. Στην εποχή μας, στην Ελλάδα, τα εργαστήρια εξελίχθηκαν σε μικρές συνήθως οικογενειακές μονάδες, με προβλήματα εξωστρέφειας και έλλειμμα εμπειρίας σχετικά με όσα συμβαίνουν παγκοσμίως στον χώρο. Δύσκολα συνεργάζονται μεταξύ τους με σκοπό να δημιουργήσουν συνεταιρισμούς, ώστε, π.χ., να μπορούν να ενταχθούν ως clusters σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις», συνεχίζει η κ. Μπουκογιάννη.

    «Ωστόσο, το ελληνικό κόσμημα, παρά τις αντίξοες συνθήκες, έχει κάνει βήματα. Από τη δεκαετία του ’60, παράλληλα με την κλασική αργυροχρυσοχοΐα, αναπτύχθηκε το “εικαστικό κόσμημα”. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, κοσμήματα συνήθως φτιαγμένα με οικονομικά υλικά, από καλλιτέχνες και νέους προερχόμενους από διαφορετικούς τομείς επιβεβαίωσαν την αδιάλειπτα εξελισσόμενη πορεία του. Επίσης, ο τουρισμός λειτούργησε θετικά δημιουργώντας ένα νέο κοινό για τους κοσμηματοποιούς, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με μεγάλη ποικιλία από νέα σχέδια και δημιουργίες. Σήμερα βλέπουμε, από τη μια πλευρά, τη δυνατή παγκόσμια παρουσία ενός πολύ μικρού αριθμού Ελλήνων κοσμηματοποιών και από την άλλη, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής μας δύναμης, τα εργαστήρια, να αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα επιβίωσης. Ο μαρασμός των μικρών εργαστηρίων αλλά και η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στην εκτόξευση του τουρισμού, τείνει δυστυχώς να μετατρέψει τη χώρα μας σε σημείο πώλησης των κοσμημάτων της Κίνας, της Τουρκίας και άλλων χωρών, τα οποία εισάγονται ακατάπαυστα», σημειώνει η κ. Μπουκογιάννη.

    Ο Σύλλογος Αργυροχρυσοχόων Αθηνών ζητεί την ένταξη της τέχνης και της τεχνικής τού κοσμήματος στην ανώτατη εκπαίδευση και συγκεκριμένα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Επίσης, την αναγνώριση του ελληνικού κοσμήματος από το κράτος ως προϊόντος πολιτιστικής κληρονομιάς και την ένταξη των χαρακτηριστικών τεχνικών στην πλατφόρμα της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο. Από τα μεγαλύτερα προβλήματα των αργυροχρυσοχόων είναι η επιβολή ειδικού φόρου πολυτελείας σε κοσμήματα άνω των 1.000 ευρώ και στις εισαγόμενες πρώτες ύλες (πέτρες, μαργαριτάρια, κοράλλια κ.λπ.), καθώς επιβαρύνει το κόστος πώλησης των προϊόντων, καθιστώντας τα μη ανταγωνιστικά. Και ζητούν την κατάργησή του. Οπως τονίζουν, ένα κόσμημα 2.500 ευρώ στην Ελλάδα, πωλείται 2.000 στην Ιταλία και 1.600 στην Τουρκία.

  • Πρόσφατα
    03-11-2020
    Οι ζωτικές δυνάμεις της Φύσης αποδίδονται με νέους ενδ...
    19-10-2018
    Η Βραζιλία είναι μία χώρα με τεράστια κοιτάσματα ορυκτ...
    27-09-2018
    Tribute to Femininity’ ονομάζεται η έκθεση κοσμημάτων του ιτα...
    04-07-2018
    Η μεταμόρφωση της προνύμφης σε πεταλούδα είναι μία δια...
    03-06-2018
    Στον πρόσφατο διαγωνισμό κοσμήματος Saul Bell Design Awards το δ...