Με αυτή την λέξη αναφερόμαστε σε κάποια κράματα που έχουν χρώμα ασημί, και αποτελούνται κυρίως από χαλκό, νικέλιο και ψευδάργυρο, σε αναλογία κατά προσέγγιση 60-20-20. Σε άλλες χώρες είναι περισσότερο γνωστά σαν “Nickel Silver” ή “German Silver” ή “white metal”.Στην Ελλάδα για τα κράματα αυτά χρησιμοποιείται και ο όρος «αρζαντό».
Έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς σαν υποκατάστατα του ασημιού, για κατασκευή κοσμημάτων ή σκευών. Είναι κατάλληλα για την κατασκευή μουσικών οργάνων όπως φλάουτα, σαξόφωνα και τρομπέτες γιατί παράγουν ωραίο ήχο. Δεν πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μαγειρικών σκευών γιατί υπάρχει κίνδυνος διάχυσης του χαλκού, και δηλητηρίασης.
Η μεταλλουργία του αλπακά για την κατασκευή κοσμημάτων και διακοσμητικών είναι παρόμοια με του ασημιού όσον αφορά την συγκόλληση και τις οξειδώσεις. Είναι πιό δύσκαμπτος όσον αφορά την εξέλαση και εξόλκηση και είναι αρκετά πιό σκληρός από το ασήμι για χαράξεις.
Ιστορικά τα κράματα αυτά ήταν γνωστά από αιώνες στην Ινδία με την ονομασία Tutenag και στην Κίνα με την ονομασία Paktong (που θα πει λευκός χαλκός). Από εκεί τα έφεραν Ευρωπαίοι έμποροι στις αρχές του 18ου αιώνα. Η λέξη Αλπακάς προέρχεται από το όνομα της Αυστριακής εταιρίας Alpacca Prima N.S που παρήγαγε αυτό το υλικό.

Βραχιόλι κατασκευασμένο από κράμα λευκού μετάλλου (αλπακά). Έχει δημιουργηθεί με την μέθοδο του χαμένου κεριού (χύτευση), στην κεντρική Νιγηρία, περί το 1950. Εκτέθηκε στο πανεπιστήμιο του Exeter, σε έκθεση για την Αφρικανική μεταλλουργία.




